Normal view MARC view ISBD view

Χρυσάνθεμα για μένα / Κατερίνα Γλυκοφρύδη.

By: Γλυκοφρύδη, Κατερίνα, 19-- [Author].
Contributor(s): Ροζάκου, Γιούλα, 19-- [Cover drawer].
Material type: materialTypeLabelBookSeries: Έλληνες πεζογράφοι · 69.Publisher: Αθήνα: Φιλιππότης, 1992Description: 158 σ. · 21 εκ.Subject(s): Νεοελληνική λογοτεχνία -- ΜυθιστόρημαDDC classification: 889.3 Summary: Η κόλαση για τον Ορφέα είναι οι νύχτες του. Ή μάλλον ο ύπνος που πρέπει να διεκπεραιωθεί κατά τη διάρκειά τους. Από μικρός έχει ένα διμέτωπο αγώνα με τον ύπνο: από τη μια προσπαθεί να τον κατακτήσει και από την άλλη να τον απωθήσει. Δεν καταφέρνει τίποτα, η νίκη είναι ένα όνειρο που ποτέ δεν κατάφερε να το δει ολόκληρο. Στην αρχή, καθώς ετοιμάζεται να πάει στο κρεβάτι είναι χαρούμενος, αν και στο βάθος του μυαλού η ανησυχία πως δεν θα μπορέσει να κοιμηθεί ξεχύνει μία πάχνη που ύπουλη και σβέλτη σκορπιέται πάνω στο τοπίο της ύπαρξής του. Ξαπλώνει στο διπλό κρεβάτι του, τοποθετημένο σ' έναν υπερυψωμένο χώρο, για να μπορεί να βλέπει πέρα τη θάλασσα, κι έπειτα γελώντας σταυρώνει τα χέρια στο στήθος όπως έκαναν όταν ήταν μικρά. Η μάνα του η Δώρα συμβούλευε τα παιδιά της να βάζουν εκεί τα χέρια τους όταν κοιμούνται. "Δι' ευνόητους λόγους", είχε πει μια φορά ο πατέρας του ο Φιλοποίμην. Τα χέρια εκεί, κι όχι ανάμεσα στους μηρούς, "στα σκέλια" τα λεγόμενα. Κι αν θέλουν τα καλά της τα παιδάκια να γυρίσουν στο πλάι, τα χέρια πάλι κάτω από το μάγουλο. Κάθε βράδυ η στοργική μητέρα ταχτοποιούσε τα παιδιά της στην κλίνη κι έπειτα τα άφηνε στην τύχη τους: μέσα στη μοναξιά της νύχτας, με το σκοτάδι γύρω και σε αχρηστία τα χέρια, φαντάσου! Ο Ορφέας απορούσε με την ασπλαχνία αυτής της γυναίκας. Μόλις αυτή απομακρυνότανε ο μικρός βούλιαζε στην απελπισία. Από τα γυρτά παραθυρόφυλλα έμπαινε το αεράκι και σήκωνε τις κουρτίνες ψηλά, απάνω, κάτω. Ο Ορφέας γούρλωνε τα μάτια κοιτάζοντάς τες, άπλωνε το χέρι, άγγιζε τα κρόσσια, έτοιμος να σαλπάρει μαζί τους. [...]
Tags from this library: No tags from this library for this title. Log in to add tags.
    average rating: 0.0 (0 votes)
Item type Current location Call number Copy number Status Barcode
Books Books Δημοτική Βιβλιοθήκη Ζωγράφου
Διαφύλαξη
889.3/ΓΛΥ (Browse shelf) 1 Available 21539

Η κόλαση για τον Ορφέα είναι οι νύχτες του. Ή μάλλον ο ύπνος που πρέπει να διεκπεραιωθεί κατά τη διάρκειά τους.
Από μικρός έχει ένα διμέτωπο αγώνα με τον ύπνο: από τη μια προσπαθεί να τον κατακτήσει και από την άλλη να τον απωθήσει. Δεν καταφέρνει τίποτα, η νίκη είναι ένα όνειρο που ποτέ δεν κατάφερε να το δει ολόκληρο.
Στην αρχή, καθώς ετοιμάζεται να πάει στο κρεβάτι είναι χαρούμενος, αν και στο βάθος του μυαλού η ανησυχία πως δεν θα μπορέσει να κοιμηθεί ξεχύνει μία πάχνη που ύπουλη και σβέλτη σκορπιέται πάνω στο τοπίο της ύπαρξής του.
Ξαπλώνει στο διπλό κρεβάτι του, τοποθετημένο σ' έναν υπερυψωμένο χώρο, για να μπορεί να βλέπει πέρα τη θάλασσα, κι έπειτα γελώντας σταυρώνει τα χέρια στο στήθος όπως έκαναν όταν ήταν μικρά. Η μάνα του η Δώρα συμβούλευε τα παιδιά της να βάζουν εκεί τα χέρια τους όταν κοιμούνται. "Δι' ευνόητους λόγους", είχε πει μια φορά ο πατέρας του ο Φιλοποίμην. Τα χέρια εκεί, κι όχι ανάμεσα στους μηρούς, "στα σκέλια" τα λεγόμενα. Κι αν θέλουν τα καλά της τα παιδάκια να γυρίσουν στο πλάι, τα χέρια πάλι κάτω από το μάγουλο.
Κάθε βράδυ η στοργική μητέρα ταχτοποιούσε τα παιδιά της στην κλίνη κι έπειτα τα άφηνε στην τύχη τους: μέσα στη μοναξιά της νύχτας, με το σκοτάδι γύρω και σε αχρηστία τα χέρια, φαντάσου! Ο Ορφέας απορούσε με την ασπλαχνία αυτής της γυναίκας. Μόλις αυτή απομακρυνότανε ο μικρός βούλιαζε στην απελπισία. Από τα γυρτά παραθυρόφυλλα έμπαινε το αεράκι και σήκωνε τις κουρτίνες ψηλά, απάνω, κάτω. Ο Ορφέας γούρλωνε τα μάτια κοιτάζοντάς τες, άπλωνε το χέρι, άγγιζε τα κρόσσια, έτοιμος να σαλπάρει μαζί τους. [...]

There are no comments for this item.

Log in to your account to post a comment.
Supported by DHD Solutions

Powered by Koha