Normal view MARC view ISBD view

Η Στραβοκώσταινα / Αργύρης Εφταλιώτης · εικονογράφηση Νικόλας Ανδρικόπουλος · διασκευή Κώστας Πούλος.

By: Εφταλιώτης, Αργύρης, 1849-1923 [Author].
Contributor(s): Πούλος, Κώστας, 19-- [Adapter] | Ανδρικόπουλος, Νικόλας, 1955- [Illustrator] | Κιλεσσοπούλου, Αντωνία, 19-- [Corrector].
Material type: materialTypeLabelBookSeries: Τα ελληνικά.Publisher: Αθήνα: Παπαδόπουλος, c2000Description: [21] σ. : εικ. · 30 εκ.ISBN: 9602619597.Subject(s): Παιδική λογοτεχνία, Ελληνική -- ΔιήγημαDDC classification: 889.3 Other classification: ΠΠ/(ΕΛΛ)/ΕΦΤ Summary: Ολάκερη μέρα βαστούσε το ταξίδι από τη Χώρα του νησιού ως το χωριό. Μπροστά ο αγωγιάτης και πίσω εγώ, καβάλα στ' άλογο, άλογο καλό και ήσυχο, π' άκουγε τον αφέντη του κι ανέβαινε το κακοτράχαλο μονοπάτι δίχως βαρυγκόμιες. Γύρω πέτρες και δέντρα και βουνά ώσπου έφτανε το μάτι. Ο ήλιος ήτανε βασιλεμένος μισή ώρα και θέλαμε άλλες τρεις ώρες για να φτάσουμε στο χωριό. Μα ήτανε μισοφέγγαρο και λογαριάζαμε να φτάσουμε στο χωριό με το φως του. Δεν προφτάσαμε, όμως, να τελειώσουμε την κουβέντα, κι ακούστηκε η πρώτη βροντή. Ψηλά στον Αϊ-Λια, στην αψηλότερη κορφή του νησιού, είχαν συναχτεί μαύρα τα σύννεφα. Σε λιγάκι άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες σταγόνες κι από κοντά οι αστραπές και οι βροντές η μια κοντά στην άλλη· άνοιξαν οι καταρράχτες τ' ουρανού. Γίναμε μούσκεμα ως το κόκαλο. Λέω του αγωγιάτη: -Πάμε στο χωριό εκείνο κατά τη ραχούλα. Σε μισή ώρα τα πέταλα του αλόγου σπιθοβολούσαν απάνω στις πέτρες του σοκακιού που χώριζε το χωριό σε δυο μαχαλάδες. Ένας καφενές, δυο τρία αργαστηράκια με πέντ' έξι λιοκαμένους χωριανούς καθισμένους απ' έξω και κατάλαβα πως βρισκούμαστε στην αγορά. Ρωτούμε στον καφενέ πού μπορούμε να περάσουμε τη νύχτα. - Καλώς ορίστε, αποκρίνεται ένας τους. Εγώ, θαρρώντας πως ήθελε να μας φιλέψει αυτός, πηδώ από τ' άλογο, τονε χαιρετώ και τονε ρωτώ πού είναι το σπίτι του. Γρήγορα όμως κατάλαβα πως το καλώς ορίστε ήταν απλό χαιρέτισμα, καθώς το συνηθίζουν στα χωριά να καλωσορίζουν κάθε ξένο κι ας μην τον έχουνε ιδεί ποτές τους. Αληθινή ευγένεια και χάρη, που μοσχοβολάει στα βουνά εκείνα πάνω. Ξαναρωτώ λοιπόν πού μπορούμε να ξενυχτέψουμε. - Και πού αλλού παρά στης Στραβοκώσταινας; μου κάνει ο φίλος. Έρχεται, λοιπόν, ένα παιδί με το φανάρι και μαζί και ο δάσκαλος του χωριού και πάμε στης Στραβοκώσταινας... [. . .]
Tags from this library: No tags from this library for this title. Log in to add tags.
    average rating: 0.0 (0 votes)
Item type Current location Call number Copy number Status Barcode
Books Books Δημοτική Βιβλιοθήκη Ζωγράφου
Κεντρική Βιβλιοθήκη
ΠΠ/(ΕΛΛ)/ΕΦΤ (Browse shelf) 1 Available C5374

Εργο-Βιογραφικο Σημειωμα Συγγραφεα Στο Τελος Του Βιβλιου.

Ολάκερη μέρα βαστούσε το ταξίδι από τη Χώρα του νησιού ως το χωριό. Μπροστά ο αγωγιάτης και πίσω εγώ, καβάλα στ' άλογο, άλογο καλό και ήσυχο, π' άκουγε τον αφέντη του κι ανέβαινε το κακοτράχαλο μονοπάτι δίχως βαρυγκόμιες. Γύρω πέτρες και δέντρα και βουνά ώσπου έφτανε το μάτι.
Ο ήλιος ήτανε βασιλεμένος μισή ώρα και θέλαμε άλλες τρεις ώρες για να φτάσουμε στο χωριό. Μα ήτανε μισοφέγγαρο και λογαριάζαμε να φτάσουμε στο χωριό με το φως του. Δεν προφτάσαμε, όμως, να τελειώσουμε την κουβέντα, κι ακούστηκε η πρώτη βροντή. Ψηλά στον Αϊ-Λια, στην αψηλότερη κορφή του νησιού, είχαν συναχτεί μαύρα τα σύννεφα. Σε λιγάκι άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες σταγόνες κι από κοντά οι αστραπές και οι βροντές η μια κοντά στην άλλη· άνοιξαν οι καταρράχτες τ' ουρανού. Γίναμε μούσκεμα ως το κόκαλο. Λέω του αγωγιάτη:
-Πάμε στο χωριό εκείνο κατά τη ραχούλα.
Σε μισή ώρα τα πέταλα του αλόγου σπιθοβολούσαν απάνω στις πέτρες του σοκακιού που χώριζε το χωριό σε δυο μαχαλάδες. Ένας καφενές, δυο τρία αργαστηράκια με πέντ' έξι λιοκαμένους χωριανούς καθισμένους απ' έξω και κατάλαβα πως βρισκούμαστε στην αγορά. Ρωτούμε στον καφενέ πού μπορούμε να περάσουμε τη νύχτα.
- Καλώς ορίστε, αποκρίνεται ένας τους.
Εγώ, θαρρώντας πως ήθελε να μας φιλέψει αυτός, πηδώ από τ' άλογο, τονε χαιρετώ και τονε ρωτώ πού είναι το σπίτι του. Γρήγορα όμως κατάλαβα πως το καλώς ορίστε ήταν απλό χαιρέτισμα, καθώς το συνηθίζουν στα χωριά να καλωσορίζουν κάθε ξένο κι ας μην τον έχουνε ιδεί ποτές τους. Αληθινή ευγένεια και χάρη, που μοσχοβολάει στα βουνά εκείνα πάνω. Ξαναρωτώ λοιπόν πού μπορούμε να ξενυχτέψουμε.
- Και πού αλλού παρά στης Στραβοκώσταινας; μου κάνει ο φίλος.
Έρχεται, λοιπόν, ένα παιδί με το φανάρι και μαζί και ο δάσκαλος του χωριού και πάμε στης Στραβοκώσταινας... [. . .]

There are no comments for this item.

Log in to your account to post a comment.
Supported by DHD Solutions

Powered by Koha